Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερηφανεύομαι
- απόδοση: εκδηλώνω συναίσθημα ικανοποίησης για κάτι που απέκτησα ή κατάφερα να δημιουργήσω / προκειμένου για συναίσθημα αλαζονείας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να υπερηφανεύεται για την οικονομική ευρωστία που απέκτησε





