Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νηστεύω
- απόδοση: δεν καταναλώνω ορισμένες τροφές δια λόγους θρησκευτικούς / απέχω από ορισμένες τροφές όποτε το ζητά η θρησκευτική συνείδηση / κάνω νηστεία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νηστεύει τέτοιες μέρες τις λαδερές τροφές





