Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απειλούμαι
- απόδοση: βρίσκομαι σε κίνδυνο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απειλείται η χώρα από πανδημία
εμμέσως πλην σαφώς απειλείται η εθνική ακεραιότητα
κατήγγειλε σε αστυνομικό τμήμα ό,τι απειλείται η σωματική του ακεραιότητα
λόγω καταστάσεων απειλείται η συνοχή του κόμματος





