Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εντατικοποιώ
- απόδοση: ενεργώ ώστε κάτι να γίνει περισσότερο εντατικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εντατικοποίησε τις προσπάθειες ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή





