Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιμελούμαι
- απόδοση: φροντίζω κάτι ασχολούμαι δε με αυτό στα πλαίσια μίας εργασίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιμελήθηκε με αφοσίωση την παρουσίαση της μελέτης του πελάτη του





