Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απεμπολώ
- απόδοση: παραχωρώ δικαιώματα / προδίδω ιδέες αρχές αξίες για ιδιοτελείς σκοπούς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απεμπόλησε τα δικαιώματά του ελαφρά τη καρδία
απεμπόλησε τα δικαιώματά του ελαφρά τη καρδία

