Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ακροβολίζομαι
- απόδοση: λαμβάνω ακραίες θέσεις / ενεργώ με δοκιμαστικές βολές προτού εμπλακώ σε τυπική μάχη / αψιμαχώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στρατιώτες ακροβολίσθηκαν στους περιβάλλοντες λόφους τον πεδινό οικισμό





