Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απεργάζομαι
- απόδοση: προετοιμάζω κάτι κακό συνήθως κρυφά / εκτελώ κάτι εργαζόμενος με επιμέλεια ώστε να καταστεί τέλειο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχων την ανάγκη πνευματικής τροφής σπεύδει σε βιβλιοθήκες & απεργάζεται εργωδώς το είναι του
ο πολιτικός χώρος που ανήκει απεργάζεται συμφορές για τη χώρα





