Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απέρχομαι
- απόδοση: αποχωρώ / απομακρύνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέρχομαι της συζητήσεως αισθανόμενος πλήρη απογοήτευση
απήλθε…
λ κατηφής για όσα του ανηγγέλθησαν
λ της ζωής προσφάτως αποικοδομούμενος εν τω 1ο νεκροταφείω
λ της πολιτικής & ιδιωτεύει





