Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στρεβλώνω
- απόδοση: παραμορφώνω / ενεργώ κάνοντας κάτι στρεβλό / διαστρεβλώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με τα λεγόμενα του στρέβλωσε τα συναισθήματα που έτρεφε για το άτομό της





