Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασαλπίζω
- απόδοση: διατυμπανίζω / διαλαλώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
όπου βρεθεί κι όπου σταθεί διασαλπίζει τις ιδέες του
όπου βρεθεί κι όπου σταθεί διασαλπίζει τις ιδέες του

