Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επισωρεύω
- απόδοση: τοποθετώ ατάκτως αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο / αυξάνω κάτι προσθέτοντας νέα στοιχεία στα ήδη υπάρχοντα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η εφαρμογή των μνημονίων επισώρευσε πρόσθετα δεινά στους Νεοέλληνες





