Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απέχω - 1
- απόδοση: βρίσκομαι σε απόσταση / χρονικά μακριά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέχουν οι απόψεις μας κύριε
απέχουν ως ζεύγος της συζυγικής κλίνης επί μακρόν
πόρρω απέχει
√ απόδοση: διαφέρει πολύ
απέχει…
λ από τα κοινά τελευταίως
λ από την πραγματικότητα η εξιστορηθείσα υπόθεση
λ παρασάγγες
λ της εργασίας του
λ το αποτέλεσμα των αρχικών προθέσεων
λ των καθηκόντων του σε ένδειξη διαμαρτυρίας





