Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσχωρώ
- απόδοση: γίνομαι μέλος οργανισμού ή συμφώνου στο οποίο μετέχουν άλλα κράτη / γίνομαι μέλος ή στέλεχος κομματικού μηχανισμού / ασπάζομαι ιδεολογία ή τις αρχές μίας λογοτεχνικής καλλιτεχνικής ή κοινωνικής κίνησης / συμφωνώ με κάποιον ή κάποιους αποδεχόμενος απόψεις ή ιδέες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κρατίδιο των Σκοπίων αναμένεται να προσχωρήσει με συνοπτικές διαδικασίες στην Ατλαντική Ένωση





