Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δημοπρατώ
- απόδοση: πουλώ σε δημοπρασία κάτι που μου ανήκει / αναθέτω σε τρίτο πρόσωπο την εκποίηση περιουσιακού μου στοιχείου σε δημοπρασία / αναθέτω την εκτέλεση έργου σε τρίτο πρόσωπο με δημοπρασία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δημοπρατήθηκε σε διεθνή διαγωνισμό η επέκταση του αεροδρομίου Αθηνών





