Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποβλέπω
- απόδοση: επιδιώκω να πετύχω κάποιο σκοπό ή στόχο / στηρίζω σε κάτι τις ελπίδες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επέλεξε την χειροτέρα προσφορά αποβλέποντας στην προσφερόμενη προμήθεια δια μέσου αυτής
αποβλέπει…
λ εις την εις γάμον κοινωνία μετά της ευειδούς κυρίας
λ σε ανταλλάγματα οικονομικά
λ σε κατευνασμό των πνευμάτων & της όλης κατάστασης
λ σε οφέλη





