Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απογράφω
- απόδοση: κάνω καταμέτρηση υπαρχόντων ατόμων πραγμάτων ή στοιχείων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο πληθυσμός της Κίνας λόγω όγκου απογράφεται κατά προσέγγιση μερικών δεκάδων εκατομμυρίων
πρόκειται να απογράψουν τα εμπορεύματα τα ευρισκόμενα στην αποθήκη





