Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
- απόδοση: θεωρώ κάτι ως αιτία πράγματος / θεωρώ ό,τι ανήκει η πατρότητα κάπου / εκφράζω με σαφήνεια / δίδω / αποφέρω / επιστρέφω κάτι που οφείλω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποδίδει σημασία σε ανούσια πράγματα
αποδίδει τα μέγιστα εις την ατομική καθαριότητα
δεν αποδίδει στα μαθηματικά
διαμαρτύρομαι διότι μου αποδίδεται προθέσεις που δεν έχω
η δήλωση δεν αποδόθηκε ορθά
η κυβέρνηση τον υποδέχθηκε αποδίδουσα τις πρέπουσες τιμές
η μνήμη αποδίδει περισσότερο όταν ασκείται
μη μου αποδίδεις πράγματα που δεν είπα
πως μπορούμε να το αποδώσουμε από την καθαρεύουσα στα νεοελληνικά ;
σε τι αποδίδεις τη συμπεριφορά του ;
το δικαστήριο απέδωσε δικαιοσύνη με την απόφαση που έλαβε
το έγκλημα αποδίδεται σε ζηλοτυπία
απέδωσε…
λ τα οφειλόμενα στο ακέραιο
λ το ρόλο της άψογα





