Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κρατικοποιώ
- απόδοση: καθιστώ κάτι κτήμα του κράτους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κυβέρνηση κρατικοποίησε τα ναυπηγεία αμυντικού ενδιαφέροντος
η κυβέρνηση κρατικοποίησε τα ναυπηγεία αμυντικού ενδιαφέροντος
η κυβέρνηση κρατικοποίησε τα ναυπηγεία αμυντικού ενδιαφέροντος

