Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποζητώ
- απόδοση: επιθυμώ πολύ κάτι που δεν υπάρχει πια / αισθάνομαι έντονα την απουσία ή την έλλειψη / επιδιώκω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποζητά το χαμόγελό της > τη στοργή της
είθισται να αποζητά το χειροκρότημα > την αναγνώριση > την καταξίωση
θα φύγω & θα με αποζητάς
τα νιάτα αποζητούν τις περιπέτειες





