Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κολάζω
- απόδοση: περιορίζω μετριάζω / τιμωρώ / κάμνω κάποιον να αμαρτήσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μη με κολάζεις με τα λεγόμενά σου
μη με κολάζεις με τα λεγόμενά σου

