Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κιγκλιδώνω
- απόδοση: φράσσω με κιγκλίδωμα κάποιο χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κιγκλίδωσε το γονικό κτήμα για ευνόητους λόγους
κιγκλίδωσε το γονικό κτήμα για ευνόητους λόγους
κιγκλίδωσε το γονικό κτήμα για ευνόητους λόγους

