Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκαθιστώ
- απόδοση: επαναφέρω σε προηγούμενη ορθότερη κατάσταση / εγκαθιστώ κάποιον κάπου & τον εξασφαλίζω οικονομικά / αποδίδω σε κάποιον κάτι το οποίο το στερήθηκε / επαναφέρω κτίσμα στην αρχική του μορφή δια εργασιών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα πράγματα μετά μακρά χρονική περίοδο αποκαθίστανται





