Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκαλώ
- απόδοση: ονομάζω κάποιον ή κάτι / χαρακτηρίζω θετικά ή αρνητικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα τον απεκάλεσε 'δάσκαλο' της βιβλιοδεσίας
στην πιάτσα τον αποκαλούν χασοδίκη
την αποκαλούν Τίνα & το πλήρες όνομα είναι Κωνσταντίνα
τον αποκάλεσε ηλίθιο δημοσίως





