Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκεφαλίζω
- απόδοση: καρατομώ / αποχωρίζω την κεφαλή από το σώμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποκεφαλίσθηκε η διοίκηση του οργανισμού εν μία νυκτί με ρητή εντολή των συναρμόδιων υπουργών
τον αποκεφάλισαν παρουσία κοινού το οποίο ζητωκραύγαζε & χειροκροτούσε ενθουσιωδώς





