Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκηρύσσω
- απόδοση: απαρνιέμαι δημόσια πεποιθήσεις ιδέες πρόσωπα ή πράξεις μου / αρνούμαι την πατρότητα τέκνου & το αποκληρώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποκήρυξε σε δημόσια εκδήλωση την έως τώρα ιδεολογία του





