Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκομίζω
- απόδοση: παίρνω μαζί μου / αποκτώ / πορίζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποκομίσαμε άριστες εντυπώσεις από την γνωριμία με αυτόν
αποκόμισε…
λ ανταλλάγματα από το γάμο του
λ ουσιαστικά πνευματικά οφέλη από τη συναναστροφή μετ’ αυτού
λ πλήθος διακρίσεων





