Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκρύπτω
- απόδοση: αποσιωπώ συνειδητά / περιορίζω τη θέα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποκρύπτουμε την αλήθεια την οποία απόκρυψη πληρώνουμε ακριβά
το κτίριο δια του όγκου του αποκρύπτει τη θέα προς το δάσος
το πάθος της χαρτοπαιξίας το απέκρυψε επιμελώς από τα οικεία πρόσωπα





