Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκτώ
- απόδοση: γίνομαι κάτοχος πράγματος ή γνώσεων / κατά την εξέλιξη της ζωής μου εμφανίζω κάτι που προηγουμένως δεν είχα / δημιουργώ για τον εαυτό μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κτηματική περιουσία στην Άνδρο απέκτησε με τα χρόνια αξία
με τα χρόνια απέκτησε φίλους αξιόλογους
με την επίσκεψη στο εργοστάσιο απέκτησε 'εικόνα' των αναγκών του
ως νοσοκομειακός γιατρός απέκτησε μεγάλη κλινική εμπειρία
απέκτησε…
λ "όνομα" στην αγορά ως καλοπληρωμένη ενδυματολόγος της καλής κοινωνίας
λ παιδί & με την δεύτερη σύζυγο αν & ευρισκόμενος σε προχωρημένη ηλικία
λ τον Τσαρούχη σε δημοπρασία γνωστής γκαλερί του Κολωνακίου





