Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απολύω
- απόδοση: διακόπτω εργασιακή σχέση / δίδω απολυτήριο σε στρατευμένο ή μαθητή / παύω να δεσμεύω έγκλειστο / ολοκλήρωση εκκλησιαστικής λειτουργίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απολύθηκε από τις φυλακές Κερκύρας μετά δεκαετή εγκλεισμό
απόλυσε μέρος του προσωπικού στα πλαίσια του περιορισμού των δαπανών





