Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απομακρύνω
- απόδοση: μετακινώ σε απόσταση κάτι / βρίσκομαι σε απόσταση / αποκλίνω από το αρχικό σημείο / χαλαρώνω τις σχέσεις / μειώνω τη δυνατότητα να συμβεί κάτι στο άμεσο μέλλον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απομάκρυνε το φονικό όργανο για να συσκοτίσει τις καταστάσεις
το βρίσκω περιττό αυτό το έπιπλο ας το απομακρύνω καλύτερα από εδώ
απομακρύνθηκε…
λ από κοντά της
λ από την θέση του με άκομψο > εύσχημο τρόπο
λ βιαίως από αίθουσα δικαστηρίου λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς
λ διακριτικά
λ επιδεικτικά
λ η πιθανότητα πολεμικής συρράξεως
λ χολωμένος





