Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απομένω
- απόδοση: υπολείπομαι / εξακολουθώ να υπάρχω έστω περιορισμένα / διαθέτω κάτι που ως ποσότητα εξαντλείται
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέμεινε ως "στήλη άλατος"
απομείναμε οι δυο μας οι λοιποί αναχώρησαν δια την κλίνη τους
δεν μας απέμεινε ελπίδα
δεν του απομένει διόλου ελεύθερος χρόνος πέραν του προβλεπόμενου δια εργασία & ανάπαυση
λίγες μέρες του έχουν απομείνει ...πνέει τα λοίσθια
πουλήθηκαν όλα & δεν απέμεινε ούτε ένα
του απέμειναν ολίγα χρήματα





