Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποπροσανατολίζω
- απόδοση: κάνω κάτι να χάσει τον ορθό προσανατολισμό ή την ορθή πορεία ηθελημένα ή όχι
- αντίθετο: προσανατολίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια των ερεθισμάτων αποπροσανατολίζεται το ενδιαφέρον του κοινού
η τροπή της συζητήσεως αποπροσανατολίζει από το συζητούμενο
παρεμβαίνει κατά την εργασία & με αποπροσανατολίζει από το αντικείμενο





