Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απορρίπτω
- απόδοση: αρνούμαι να αποδεχθώ / δεν εγκρίνω / κρίνω πως δεν έχει το ζητούμενο / αποβάλλω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανέτρεψε τις συνήθειές του απορρίπτοντας το κάπνισμα
απορρίφθηκε η επενδυτική πρόταση ως ανεδαφική
απορρίψαμε την πρόταση ως μη εφαρμόσιμη
η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα της ΓΣΕΕ
ο οργανισμός απέρριψε το μόσχευμα
παρ΄ ότι προσπάθησε απορρίφθηκε στις εξετάσεις
το διοικητικό συμβούλιο απέρριψε την υποβληθείσα προσφορά
τον απέρριψε ως είδος πολυχρησιμοποιημένο & άχρηστο





