Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσαφηνίζω
- απόδοση: δίνω τις απαραίτητες εξηγήσεις & καθίσταμαι σαφής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποσαφήνισε τις καταστάσεις επαρκώς
δεν έχει αποσαφηνισθεί η θέση του έναντι της καταστάσεως
του ζήτησα να αποσαφηνίσει τις απόψεις του





