Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσιωπώ
- απόδοση: προσπαθώ να αποφύγω να αναφέρω ή & να το αποκρύψω δια της σιωπής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποσιωπείται η ιστορική αλήθεια επί σειρά γενεών
αποσιώπησε κάθε στοιχείο που δεν τον συνέφερε να αναφέρει
το γεγονός αποσιωπήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης





