Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσκοπώ
- απόδοση: ενεργώ με συγκεκριμένο σκοπό αποβλέποντας σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποσκοπεί…
λ στην επίτευξη μιας πιο συμφέρουσας συμφωνίας
λ στην μετάθεση του κέντρου βάρους των εξελίξεων
λ στην μετεξέλιξη του τοπίου > του επιχειρηματικού σκηνικού
λ στο επιθυμητό
λ στον έλεγχο των καταστάσεων





