Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσοβώ
- απόδοση: αποτρέπω κάτι που με απειλεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κύριοι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε
√ απόδοση: απομακρύνθηκε
√ απόδοση: απομακρύνθηκε
κύριοι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε
√ απόδοση: απομακρύνθηκε

