Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσπερίζω
- απόδοση: εμφανίζομαι το βράδυ / συναναστρεφόμενος μετ΄ άλλων κατά το εσπέρας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του αρέσει να αποσπερίζει με την παρέα του
του αρέσει να αποσπερίζει με την παρέα του

