Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσπώ
- απόδοση: αποχωρίζω ή αποκολλώ τμήμα εκ του συνόλου / αφαιρώ βίαια / αρπάζω / αποκτώ κάτι με δόλιο ή επιδέξιο τρόπο / απομακρύνω κάτι με άσκηση βίας / στρέφω αλλού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέσπασε τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των παρευρισκομένων
αποσπάσθηκε από την ομάδα & ακολούθησε άλλη κατεύθυνση
η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου απέσπασε τη νίκη
η Τουρκία απέσπασε εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας
με την απειλή περιστρόφου απέσπασε τις εισπράξεις της ημέρας
νηστικός από πρωίας καθώς ήτο απέσπασε αυθορμήτως τεμάχιο άρτου το οποίο & καταβρόχθισε
ο ανακριτής απέσπασε ομολογία ύστερα από πολύωρη εξαντλητική ανάκριση
ο θόρυβος του αποσπά την προσοχή & αδυνατεί να προσηλωθεί στην εξέταση του λεξικού
της απέσπασε το πορτοφόλι & μαζί τα ολίγα χρήματα που είχε
της απέσπασε το παιδί από την αγκαλιά





