Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποστασιοποιούμαι
- απόδοση: λαμβάνω απόσταση από κάποια κατάσταση ή ένα γεγονός φροντίζοντας να αποφύγω την ταύτιση / διαχωρίζω τη θέση μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανερχόμενος στο προεδρικό θώκο επιδίωξε να αποστασιοποιηθεί του κόμματος
θέλησε να αποστασιοποιηθεί με διακριτικό τρόπο
αποστασιοποιήθηκε…
λ από τα διχάζοντα τα μέλη της οικογενείας
λ από την ερωτοτροπούσα κυρία με συνοπτικές διαδικασίες
λ από την όλη κατάσταση εν τάχει





