Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποτελώ
- απόδοση: αναφερόμενοι σε μέλη ή μέρη που συνθέτουν ενιαίο σύνολο / αντί του ρήματος είμαι όταν γίνεται αναφορά σε ουσιώδες στοιχείο του υποκειμένου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποτέλεσε…
λ είδωλό του
λ μαικήνας του
λ μέλος της νομενκλατούρας
λ μύθο
λ πάθος του
λ πρότυπό του
λ το άλλοθί του
αποτελεί…
λ αρωγό του
λ αυτοσκοπό η βία > η απάτη γι’ αυτόν
λ ζητούμενο
λ ιδανικό
λ παραδοξολογία
λ παρελθόν η εν λόγω κυρία γι’ αυτόν
λ παρήγορο σημείο των καιρών
λ ποθούμενο
λ πολυτέλεια





