Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποφασίζω
- απόδοση: τελική επιλογή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες δυνατότητες, καθορίζω ή επιβάλλω το πρέπον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποφασίζουμε & διατάσσουμε
αποφασίσθηκε επανάληψη της διαδικασίας εν ευθέτω χρόνω
αποφάσισε…
λ να δώσει τη μάχη του μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός του
λ να επανέλθει στην ενεργό δράση
λ να επιλέξει το μη χείρον που παγίως είναι & το βέλτιστον
λ να λύσει τη σιωπή του
λ την επίσπευση των διαδικασιών
λ την μεταστέγαση του στο κέντρο της Αθήνας





