Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποφέρω
- απόδοση: φέρνω κέρδος / όφελος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέφερε τα προσδοκώμενα οφέλη & μάλιστα πέραν των προβλεπομένων
η ενασχόληση με το εμπόριο του αποφέρει σεβαστό ετήσιο εισόδημα
η ναυτιλία αποφέρει συνάλλαγμα στο κράτος
η συνεδρίαση δεν απέφερε ουδέν το ουσιαστικό





