Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποφεύγω
- απόδοση: επιδιώκω να μείνω μακριά από κάτι / λαμβάνω θέση απομακρυσμένη από δυσάρεστες ή & λαθεμένες καταστάσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέφυγε…
λ να απαντήσει τεχνηέντως
λ τα χειρότερα
λ τη συνάντηση προφασιζόμενος ασθένεια





