Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποφυλακίζω
- απόδοση: απολύω κρατούμενο από τη φυλακή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποφυλακίσθηκε προσφάτως κατόπιν αιτήσεώς του λόγω ανηκέστου βλάβης
η πολιτεία τον αποφυλάκισε προόρως λόγω καλής διαγωγής
δεν πρόλαβε να αποφυλακισθεί εξαντλώντας το βίο κρατούμενος





