Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αριστεύω
- απόδοση: πρωτεύω / είμαι πρώτος ή μεταξύ των πρώτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αριστεύει παιδιόθεν στην πλήρη ανοησία
ως συνήγορος αριστεύει στη στρεψοδικία





