Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ασκώ
- απόδοση: ασχολούμαι συστηματικά & μεθοδικά / κάνω χρήση δικαιώματος / εφαρμόζω ή & επιβάλλω με έμμεσο ή άμεσο τρόπο / καθοδηγώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασκήθηκε στο δικηγορικό γραφείο του περιβόητου νομικού Γονίδη
ασκεί…
λ αφόρητη πίεση
λ επ΄ αυτού ακατανίκητη έλξη η παρουσία της
λ την εξουσία με αλαζονεία ευρισκόμενος σε απόμακρη θέση
λ την πολιτική ως επάγγελμα





