Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ασπάζομαι
- απόδοση: φιλώ / προσκυνώ / προσχωρώ σε θρησκεία ή ιδεολογία / υιοθετώ απόψεις ή ιδεολογία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασπάσθηκε…
λ το νεκρό αδελφό προ του ενταφιασμού
λ το Χριστιανισμό σε ώριμη ηλικία έχοντας συνείδηση της επιλογής του
ασπάζεται…
λ τα εικονίσματα προ της κατακλίσεως
λ την κομμουνιστική ιδεολογία
λ τις αξίες & τα πιστεύω του Δωδεκάθεου





