Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ασφυκτιώ
- απόδοση: παθαίνω ή αισθάνομαι ότι παθαίνω ασφυξία / συνήθως με μεταφορική έννοια αισθάνομαι έντονα δυσάρεστη αίσθηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασφυκτιά…
λ από τις πιεστικές καταστάσεις που βιώνει
λ ευρισκόμενος υπό την πίεση των πραγμάτων > καταστάσεων > συνθηκών





